Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

μπαλαρίνες να μαδάω... (αισθηματική υγιεινή)

Γιατί το έκανες αυτό τώρα?

Της άρεσαν πάρα πολύ οι καινούριες μπαλαρίνες της, έτσι ήταν πάντα με τα αντικείμενα που την έκαναν να νιώθει όμορφα.
Περηφανευόταν γι' αυτές αν και η αλήθεια είναι οτι παραδεχόταν πως την κούραζαν πολύ.
Είχε υπομονή όμως, όπως όλα τα (ογκώδη) ζώα της συνομοταξίας της.
Οι μπαλαρίνες ήταν γυαλιστερές στο μπροστινό τους μέρος, στη μύτη, με τη φόρμα να σβήνει καθώς προχωρούσε προς τα πίσω. Προσπαθώ να θυμηθώ αν πάνω τους, ανάμεσα στη μύτη και το κουντεπιέ, ήταν στολισμένες με φιόγκο ή πόρπη, κάτι που ίσως δεν έχει πολύ σημασία καθώς το πιθανότερο είναι ότι όσο και να κοιτάζω κάτω δεν θα τις ξανασυναντήσω, ή οι πρώτες που θα δώ θα μου φέρουν στο μυαλό όλα εκείνα τα συναισθήματα που με διέτρεχαν κάθε φορά καθόταν δίπλα μου και τις φορούσε. Αλλά αυτό συνέβαινε ακόμα και όταν φορούσε τις μπότες της. Ίσως μια μέρα σκοντάψω και πέσω με τα μούτρα κάτω, πάλι, και στην προσπάθεια μου να σηκωθώ λίγα εκατοστά από το έδαφος, δώ και πάλι, αυτές τις μπαλαρίνες, όπως σε εκείνη την παρωδία που πέφτει ο τύπος σε ένα ζευγάρι μπότες γκεστάπο (κλισέ σκηνή), και καθώς το πλάνο ανέρχεται κατά ύψος τις μπότες, διαπιστώνει ότι...είναι απλά δυο μπότες, και όχι ο ναζί ιδιοκτήτης να τον σημαδεύει με το περίστροφο. Αυτή όμως ήταν διαφορετική, αν και με μπότες και το παλτό της που φορούσε όταν έκανε πολύ κρύο, θύμιζε λίγο υπολοχαγό νατάσα. Απλά δύο μπότες, ή δυο μπαλαρίνες, κενές με φθαρμένους τους εσωτερικού πάτους και φανερή την αποτύπωση του πέλματος πάνω τους. Έτσι ήταν με τα αντικείμενα της, άψυχα και έμψυχα. Όσο διατηρούσαν την εξωτερική τους εμφάνιση, όσα και αν είχαν υποστεί εσωτερικά, κέρδιζαν μια μικρή παράταση στη ζωή τους.

Τη μέρα που πήγε να πάρει τα καινούρια αθλητικά της παπούτσια προτίμησε τις συμβουλές της καλύτερης της φίλης, εγώ κοιτούσα παπούτσια για μένα και που και πού (και πού) περνούσα απο κοντά τους για να δώ αν είχε καταλήξει σε κάποιο πόρισμα η επιτροπή. Ήταν αστείο. Η αισθητική και το γούστο δεν χωρούσαν στη συζήτηση, αφού αυτά τα παπούτσια που θα αγόραζε προορίζονταν για τη δουλειά της. Τη νέα της δουλειά. Όχι σε γυμναστήριο. Αλλά σε μια δουλειά που απαιτούσε πολύ ορθοστασία και περπάτημα. Η φίλη κατέβαινε με τρομερές προτάσεις και εισέπρατε κάποιες ακυρώσεις στηριζόμενες σε οικονομικής φύσης λόγους. Οι συμβουλές μου ήταν νεύματα κατάφασης και πότε πότε (πότε) αδιαφορίας. Το παιχνίδι συνεχίστηκε για μη προσδιορίσιμα αρκετή ώρα. Ήταν αστείο να την βλέπω να δοκιμάζει αθλητικά παπούτσια. Δεν το είχε καθόλου.
Πρόσεξα κάτι εκείνο το απόγευμα. Τις κάλτσες της. Θα περίμενα κάτι που να αρμόζει περισσότερο με την όλη εμφάνιση και την άποψη που εκπροσωπούσε. Ήταν όμως κάτι φθαρμένες στα επίμαχα σημεία, απο την πολυκαιρία και την πολυφορεσιά (ή και -σία, ικεσία), στο χρώμα, απόχρωση δηλαδή, του καφέ. Ναι, πιθανόν πολύ παλιά να ηταν καφέ, μπορεί και μάυρες. Παράξενο. Όλοι μπορεί να το κάναμε αυτό κάποτε. Να φορέσαμε μια φθαρμένη κάλτσα μέσα από ολοκαίνουρια παπούτσια μας. Δεν σημαίνει κάτι. Η σημειολογία όμως άρχισε να παίζει ήδη το δραματικό της ρόλο, και σε κάποιο σημείο του μυαλού μου είχε αποθηκευτεί αυτή η εικόνα, η γενίκευση της οποίας αργά η γρήγορα θα με οδηγούσε στην ολοκλήρωση της τριλογίας μου. Η "τριλογία της ανακούφισης", όπως αρεσκόμουν να την αποκαλώ, μόνος μου γιατί σπάνια μοιραζόμουν τέτοια πράματα με άλλους, που συνίστατο στην εξεύρεση, όσο το δυνατό πιο γρήγορα απο τη στιγμή της σύναψης μιας σχέσης, τριών λόγων για τους οποίους θα χώριζες την επόμενη μέρα και δεν θα μετάνιωνες ποτέ γι΄αυτό.
Δεν εντυπωσιάστηκα καθόλου που τελικά αγόρασε ένα ακριβό ζευγάρι παπούτσια, σε κρέμ χρωμα αλλά γυαλιστερά, που όταν αργότερα την είδα να τα φοράει, θυμήθηκα τα λόγια του σπουδαίου φιλόσοφου φίλου μου, που δεν τον ξέρετε, ώς φιλόσοφο τουλάχιστον, ίσως και ώς φίλο μου ακόμα, και συνοψίζεται στα εξής: Σπαταλάς όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά το χρόνο σου για να κάνεις μια σωστή επιλογή, αν δεν κάνεις την επιλογή σου, σωστή ή όχι και τόσο, την κατάλληλη στιγμή, , σπαταλάς χρόνο να βρείς εναλλακτική και αυτό ανοίγει το κουτί της πανδώρας των αποτυχιών. Πολύ απλά, αν βρήκες πάρκινγκ στην αλάνα πίσω από το γυράδικο του πολυσύχναστου δρόμου, μετά από ένα κοπιαστικό διήμερο στην παραλία και ενώ η πείνα έχει χτυπήσει τα μηνίγγια σου, μην περιμένεις καλύτερες επιλογές, γιατί το πιθανότερο είναι να πατήσεις καρφί ή να σπάσουν τα ψαλίδια του αυτοκινήτου σε καμμία κοτρώνα, και το χειρότερο να καταλήξεις να φάς το ίδιο φαί τελικά, περιμένοντας το συνεργείο, και να πληρώσεις και τα γαμησιάτικα.
Αυτό ήταν, τα παπούτσια της την χτυπούσαν και κατέληξε με κάτι νύχια λες και τα χτύπησαν με βαριοπούλα. Πάτ πάτ. Πολύ άσχημο το θέαμα. Αλλά οι ζαχαρί παντόφλες της και πάλι κάλυπταν τη σαπίλα. Μάταια έψαχνε στη γειτονιά της θεραπευτικό πεντικιούρ. Με τον καιρό, και το betadin, επουλώθηκαν οι πληγές. Έτσι γίνεται συνήθως. Χρειάζεται κάτι επουλωτικό για να αντιμετωπίσεις κάτι βρώμικο. Όπως το πείραμα που είχε διεξαχθεί στις τουαλέτες του μετρό της Νέας Υόρκης, όπου είχαν τοποθετήσει ένα ψεύτικο κουραδάκι (σκατουλάκι) στο λαιμό της λεκάνης της χέστρας, και παρατήρησαν ότι οι επίδοξοι κατουρητές-καθαριστές, στην προσπάθεια τους να διώξουν τα σκατουλάκια, κεντράραν πολύ καλά στη χέστρα και δεν πιτσιλούσαν το κάθισμα της τουαλέτας. Μανιπιουλέισον από πλευράς των ερευνητών για μια εξελικτική διαδικασία που ωφελεί τους μεν, χωρίς οι δε να έχουν συνείδηση της πράξης τους.



Χρειάζεται κάτι λιγότερο βρώμικο για να χειριστείς μια βρώμα που δεν φεύγει εύκολα, αλλά τελικά, ότι και να γίνει, πρέπει να τραβήξεις ξανά το καζανάκι... ίσως μερικές ακόμα φορές προκειμένου να ανακουφιστείς. Βέβαια μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη βούρτσα, αρκεί να μη τη μπερδέψεις, γενικά (ειδικά με τη μπούτσα).

Επειδή έχω δοκιμάσει και το τελευταίο, το μπέρδεμα δηλαδή, κατ' εξακολούθηση, προτείνω την λύση του κάτουρου πρώτα και μετά όλες τις άλλες εφαρμογές.

Είναι το αιώνιο αίσθημα που ανέκυψε από άλλες φιλοσοφικές συζητήσεις (Ιός ή Φίδη, Posh, 2004), κάθε φορά που χέζεις θέλεις να βλέπεις που καταλήγει αυτό που κατέθεσες, γι'αυτό πάντα γυρνάς πίσω και κοιτάζεις την χέστρα, με αγάπη.