Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

to tweet or not to tweet...?


Tout de suite!!!

ο χίτσκοκ θα είχε λατρέψει το τουίτερ, τόσα πουλιά παντού (χμ, έχω μερικές φίλες κ φίλους που θα έκαναν φόλοου σε τόσα πουλιά).

Και αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φάνηκαν πολύ αποτελεσματικά στο να μαζευτεί όλος ο κόσμος στις πλατείες για να διαμαρτυρηθεί για την κρίση ή οτιδήποτε άλλο, πως είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ότι τα περιστέρια και άλλα είδη πουλιών (που πετάνε αυτή τη φορά), δεν είναι αγανακτισμένα από καταβολής κόσμου, και με τα κατά τα άλλα γλυκά τιτιβίσματα τους, δεν συνομωτούν με σκοπό να μαζευτούν σε μια πλατεία ή σε ένα πάρκο και να μας χέσουν ομαδικά.
Για μια ακόμα φορά ο άνθρωπος εμπνέεται από τη φύση, την αντιγράφει.
Υπάρχει άραγε περίπτωση το ομαδικό χέσιμο να βελτιώσει λίγο τα πράγματα?
Μήπως στη μορφή αυτή είναι το ίδιο σποραδικό όσο οι κουτσουλιές των πουλιών και οι τσίχλες στα πεζοδρόμια?
Αν συλλέξουμε όλες τις κουτσουλιές μπορούμε να παρασκευάσουμε ένα πολύ καλό λίπασμα για λουλούδια, για τις τσίχλες χρειάζονται χημικά και πολλά εργατικά χέρια, το έκαναν κάποιοι , όμως θα μπορούσαν να αποτελέσουν πολύτιμη πρώτη ύλη.
Η συλλογή των δικών μας (ανθρώπινων) "κουτσουλιών" νομίζω λέγεται εκλογές και συμβαίνει μια φορά στα τόσα χρόνια, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Στα σμήνη των πουλιών, πιστέυω κρύβονται ομάδες με ιδιαίτερη καλλιτεχνική φύση, που θέλουν να κουτσουλήσουν συγκεκριμένα σημεία, δύσκολα, δύσβατα, επικίνδυνα.
Αρτ τέρροριστς.
Με κίνδυνο της ζωής τους, εφορμούν να χέσουν ακριβές τσάντες, παπούτσια, μπλουζάκια, πουκάμισα, αυτοκίνητα.
Καμικάζι, στούκας (Junkers 87), ταλιμπάν. Φερέ, Γκοτιέ, Πολ Φράνκ.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Nεσεσέρ

nécessaire, (fr) αρσενικό, το.

Μάιος και ενώ ( κενό*) η ημερομηνία (αριθμητικά) συναγωνίζεται τη θερμοκρασία στις περισσότερες περιοχές της ΜΜΕσογείου, οι προβλέψεις τείνουν περισσότερο προς την ισοπαλία για το τρέχοντα μήνα. Στα μπαράζ του Ιουνίου αναμένεται η θερμοκρασία να κάνει εντυπωσιακό καμ μπάκ και να βγεί νικήτρια, εικόνα που θα παραμείνει σε όλη σχεδόν την Ελλάδα για το καλοκαίρι, μέχρι να φτάσουμε στο Φθινόπωρο (τρομερό σλόγκαν για εκπτώσεις εκείνης της εποχής "Φθηνό Πορώσου" μόνο στη Φ Χ Ψ ένα), όπου ενώ η θερμοκρασία θα ακολουθεί πτωτική τάση, λόγω μεταγραφών ή και ενός χαμηλού βαρομετρικού φορ που μας έρχεται μεταγραφή από την Ιταλία
[καθαρό δεκάρι της παλιάς ποδοσφαιρικής σχολής, μαραντόνα (όχι αυτός με τα μπιφτέκια στη Χαλκηδόνα, ο άλλος), φαλκάο, σαλπιγγίδης κτλ.] και βγήκε λίγο παλτό, φθινοπωρινό και αυτό από τις εκπτώσεις, η ημερομηνία θα κρατάει σταθερές αποδόσεις 30 με 31 βαθμούς, και θα αποδεικνύει περίτρανα πως σημασία δεν έχει η επιμέρους απόδοση τύπου διάττων αστέρας και αστέρας τρίπολης, αλλά η πάγια, σταθερή με σημάδια βελτίωσης (από το απόγευμα ιδιαίτερα στα δυτικά) ανοδική δηλαδή πορεία. Κάτι σαν να ανεβαίνεις σκάλα. Όχι ότι κάποτε οι μήνες θα έχουν πάνω από 31 ημέρες (και αν γίνει θα είναι κόλπο της κυβέρνησης για να φαίνεται ότι κρατάει σταθερούς τους μισθούς), κάτι που θα προκαλούσε σύγχυση, αλλά θα μπορούσαν, αρκεί να το θέλαν. Όλοι είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε τις επιλογές μας, και η εποχή που διανύουμε, η άνοιξη δηλαδή, σηματοδοτεί για μένα το πέρασμα από τον νές καφέ
( ), στον φραπέ. Για άλλον από τα παπούτσια στα σανδάλια, που τα φοράει και είναι ωραίος με τη ζεστούλα, και μετά σκάει το μπουρίνι και τρέχει σαν βιετναμέζος μέσα στις φυτείες με το ρύζι.
Ο εθισμός μου στον καφέ ξεκίνησε από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Πάλι τους γονείς μου θεωρώ υπέυθυνους που μας είχαν χαλαρούς και εμένα και τον αδερφό μου, απλά αυτός αυτοπεριοριζόταν από μόνος του, έτσι από χόμπι, αν και μάζευε και γραμματόσημα μάλλοντου ήταν πιο ενδιαφέρον. Σταδιακά λοιπόν, σαν γνήσια βαποράκια, μου επέτρεπαν να βουτάω παξιμάδια στον ελληνικό καφέ τους. Χωρίς να το καταλάβω είχα αλλάξει, περίμενα πότε θα ψήσουν καφέ για να πάω να βουτήξω λίγο ψωμάκι ή κανένα μπισκότο και αν ήμουν τυχερός και περίσσευε λίγο στο μπρίγκι το ρουφούσα μερακλίδικα. Δεν ήμουν ο εαυτός μου, οι φίλοι μου δε με αναγνώριζαν, ούτε εγώ αναγνώριζα βέβαια κάποιους, ειδικά αν είχα πολύ καιρό να τους δω. Πολύ γρήγορα άρχισα να ζητάω και εγώ καφέ, ελληνικό πάντα, τότε το αλβανικό καφέ δεν είχε γίνει της μόδας, πόσο μάλλον το ιταλικό. Αλλά αυτή η πρώιμη περίοδος πέρασε γρήγορα, δεν μου ήταν αρκετό, ήθελα κάτι πιο δυνατό...Οι κακές παρέες είχαν τη λύση, εκείνη την εποχή, γυμνάσιο ακόμα ήμουν, έβλεπα πολλά φιλαράκια μου να μου ζητάν κατοστάρικα για να πάνε μετά να πάρουν τη δόση τους, του φραπέ δηλαδή, στα καφέ της εποχής, που τότε είθιστο να ήταν ημιυπόγεια. Νοθευμένος φυσικά φραπές, με 3-5 κουταλάκια κρυσταλλικής ζάχαρης και αρκετό γάλα εβαπορέ (νουνού συνήθως, που λιντλ και φτηνά υποκατάστατα). Μόνο έτσι μπορούσες να τον πιείς και να γουστάρεις, παγάκι και τετοια εννοείται και πέσιμο (μέχρι και τον παναγιώτη έχω δει να πίνει φραπέ γλυκό με γάλα, στην αυλή-τη μαγκαζί-ένα καλοκαίρι, 1998 ίσως, και ήταν 9 η ώρα το βράδυ, από τότε δεν κομάται και πολύ τα βράδια). Σκέψου πόσα σκατά μπορεί να είχες φάει αν στα γαρνίραν με λίγο γάλα και πολύ ζάχαρη. Που είναι η ουσία των πραγμάτων, πως την πατούσαμε έτσι μικροί και θέλαμε τέτοια ετοιματζίδικα σκατά και αδιαφορούσαμε για την αληθινή, την βασική, τη θεμέλια ουσία των γεύσεων, των απόψεων, των σκέψεων. Την καρδιά, το μεδούλι. Ατέρμονα απογέυματα λούνης, που σε "ρουφάει" όσο ρουφάς και εσύ, όλο και πιο βαθιά, κουταλάκι, ποτήρι, καλαμάκι, παγάκι, καφέ, νερό (το βασικό συστατικό κάθε έμβιου όντος, όντως), σέικερ ή βζίν βζίν, η σειρά είναι τυχαία και αν ξεχνάω κάποιον από τους συντελεστές παρακαλώ εκ των προτέρων να με συγχωρήσει.
Μετά ήρθαν οι Ιταλοί να μας εξευγενίσουν, δεν ήταν κούλ πια να πίνεις φραπέ, καπούτσο κ εσπρέσσο κατέκλυσαν πολύ γρήγορα την αγορά. Αυτοί που έπιναν εσπρέσσο τότε ήξεραν να πίνουν καφέ. Όλοι οι άλλοι, παλαιών αρχών καφεπότες, κοιτούσαμε αμέριμνοι, αγνοώντας τι μπορεί να προκαλέσει η ανεξέλεγκτη εξάπλωση του εσπρέσσο στην ελληνική επικράτεια, κάτι σαν τα κουνέλια στην Αυστραλία.
Εισδοχή, εγκατάσταση, εξάπλωση, διάχυση, ώσμωση...
Καταλαμβάνεις ένα θώκο, ένα ενδιαίτημα, το προφυλάσεις, το εκμεταλλεύεσαι.
Κάπως έτσι γίνεται και με την τέχνη, και με τις τέχνες. Τα σίκουελ των τεχνών, στα 13 εκατομμύρια χρόνια του ανθρωπου στη γή, έχουν φτάσει μετα βίας το 7 , όσα και τα θαύματα του κόσμου, άντε 8-9, ενώ την ίδια στιγμή οι πειρατές της καρα-ηβικής (θα μπορούσε να είναι τσόντα με μελαχρινές τριχωτές γκόμενες που τις πηδάν πειρατές) και το φάστ έντ δε φιούριους βρίσκονται στο 4 και 5 αντίστοιχα, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες μου.
Και η τέχνη λοιπόν, όταν διαχέεται, κυλάει, σαν χείμμαρος, μέσω ίντερνετ, ειδικά η ζωγραφική. Κρίμα, αλλά είναι αλήθεια. Γιατί δεν ήταν προγραμματισμένη να το κάνει αυτό. Μια ταινία έχει διανομή, το ίδιο και η μουσική. Η ζωγραφική είναι εικόνα, είναι προβολή, στην χειρότερη των περιπτώσεων θα έπρεπε να ταξιδεύει σε βιβλία τέχνης και συλλογές, αν όχι σε εκθέσεις. Ακόμα καλύτερα αν ταξιδεύεις εσύ σε εκθέσεις (δεν το έχω κάνει ποτέ, αλλά έχω ένα φίλο που τα παρακολουθεί κάτι τέτοια, μπορεί και δυο μπορεί και παραπάνω ), για να τις δείς, ή να εκτεθείς, ακόμα και να εκθέσεις. Στις πανελλήνιες δώσανε έκθεση ή όχι ακόμα, τι θέμα είχε, κανένα ζωγράφο έλληνα η ξένο ή κάτι κλισέ με ξενοφοβία, κρίση και τα συναφή.
Ωραία, κατεβάζεις 658 έργα τέχνης, τα κοτσάρεις στο σκληρό σου, σκρίν σέιβερ, και πάρε νά' χεις ποζεριά στη βιβλιοθήκη. Κάπως έτσι μου την πέρασε τη ρετσινιά ο Θανάσης (όχι αυτός, ο άλλος). Πολλά ΜΒ, να χάσεις τη μπάλα. Ένας τύπος ξεχώρισε μέσα σε όλα, μάλλον επειδή ήταν ο αγαπημένος του Θανάση εκείνη την περίοδο, με τα χαρακτικά του. Έσερ... Ήταν λαβύρινθος όλη η διαδικασία, αλλά σα μικρό παιδάκι εξερευνούσα λίγο λίγο με χαρά τρα λα λα λα λι λα λο, όλες τις πτυχές του. Και μετά βαρέθηκα. Αλλά η τύχη με ευνόησε εν τω με ταξί είχα πάει στο Γιδά (Αλεξάνδρεια , Ημαθία), να δω την (τότε) σχέση μου (τουρνέ στον κάμπο, είχα και πηγαινέλα Σαλόνικα-Βέροια, βόλευε). Σε μια συνηθισμένη βόλτα στην αγορά και σε ένα μαγαζάκι με είδη δώρων, αυτά τα παράξενα με τα μπιχλιμπίδια και τα φωτιστικά, τα παιδικά μουσικά οργανάκια (ο κωδικός για έναρξη επαγγέλματος στην εφορία μπορεί να έχει τον τίτλο: έμπορος παιδικών μουσικών οργάνων...ανατριχιαστικό) και τα 1002 σκατάκια, το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα πάζλ που φάνηκε γνωστό, όποτε αυθόρμητα και με ενθουσιασμό αναφώνησα το αξέχαστο:

- Μα, αυτό είναι Έσερ!!!

για να εισπράξω με τον ίδιο τόνο ενθουσιασμού, αυθορμητισμού αλλά και θαυμασμού, από την πανέμορφη ιδιοκτήτρια την παρατήρηση:
- Πρέπει να είσαι ο μόνος στην Αλεξάνδρεια που γνωρίζει τον Έσερ!!!!
Δίχως στιγμή να διστάσω, χαμογέλασα με ικανοποίηση και αυταρέσκεια, και δεν έχασα την ευκαιρία να αποδείξω πόσο αρχοντοχωριάτης είμαι, λέγοντας:
- Από τη Βέροια είμαι!

Αυτή η συνειδητοποίηση της καταγωγής μου δεν άργησε να με φέρει πίσω στην πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας (γκομενικά πάντα μιλώντας), αφού είχα βαρεθεί να είμαι ο πρώτος του χωριού.
Το είχα, τα βασικά, Τα ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ, έτσι απλά, ήμουν νέος, ωραίος, σοσιαλιτέ, λάτρης του καφέ, του νες συγκεκριμένα, σκάμπαζα κάτι από κουλτούρα και τέχνη, παλιά πόλη η Βέροια, με διανοούμενους και καλλιτέχνες, πρόσφορο έδαφος για επιδειξιομανία και νεοπλουτισμό. Η " "κοινή" "λογική" " (ότι χειρότερο έχει εφευρεθεί από τον άνθρωπο, μετά τις θρησκείες), θα υποστήριζε ότι θα γαμούσα και θα έδερνα. Τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα σχεδίαζα ούτε εγώ αλλά ούτε και ο Έσερ. Ούτε η αγάπη για τον νές, ούτε για τον Έσερ βοήθησε. Το νεσεσέρ κατέληξε να γίνει ένα αέναο κυνήγι οπής, κάπου να κρυφτείς για τις δύσκολες νύχτες του χειμώνα . H Νεσσέσιτυ κατέληξε, όπως και τα περισσότερα σχέδια μου σε παρακάλια, και όπως τα περισσότερα πόστ μου τελευταία στη λέξη μουνί, σε άλλη γλώσσα όμως.

Escercito la chocha

στόρι οβ α μάνς λάιβ.





Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Κοινόδοντας (το ξένο είναι πιο γλυκό)

Χτές φάγαμε μεσημεριανό το γιώργο,
καθίσαμε σε ένα ζυθεστιατόριο και μιλούσαμε για την ταινία του
(είχα καιρό να τον δω, πολύ πριν την υποψηφιότητα).
Διαπιστώσαμε ότι πάντα η οικογένεια, ως θεσμός, είχε την ευχέρεια, που προέκυπτε από τη διάθεση είτε την ανάγκη, να αποκρύπτει από τα αθώα παιδικά μάτια, αυτιά και στόματα (στο σημείο αυτό ο γιώργος πρόσθεσε κάποιες ακόμα οπές του ανθρώπινου σώματος), μεγάλο τμήμα
επιλογών και εναλλακτικών που θα μπορούσαν να μας είχαν οδηγήσει χιλιόμετρα μακρυά απο εκεί που βρισκόμαστε (εγώ πάντως βρίσκομαι στο Μεσημβρινό, a.k.a.: Νέα Μεσήμβρια).
Αυτή η πλάνη μέσα στην οποία αναθρεφόμαστε, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, προκαλεί αλυσιδωτές αλληλεπιδράσεις στις εγκεφαλικές συνάψεις μας, οι οποίες οδηγούν σε παγιωμένες πλέον απόψεις. Καθώς η γνώση προέρχεται κυρίως από την αντίληψη, τη συναίσθηση, τη λογική και την γλώσσα, η παγίωση επιλογών που κάνει ο εκάστοτε γονέας ή κηδεμόνας συνδράμει στη εγκατάσταση εμμονών. Η συνειδητοποίηση, τυχαία ή διερευνητικά, ότι οι επιλογές αυτές είναι εκεί και σε περιμένουν, αλλά ακόμα περισσότερο οτι ήταν πάντα εκεί και εσύ δεν το γνώριζες, μπορεί μεν να επιφέρουν μια πρόσκαιρη χαρά που θα ακολουθήσει ένας προβληματισμός, αλλά τελικά ενέχουν τον κίνδυνο να παγιωθούν εκ νέου ως εμμονές.
Επέλεξα λοιπόν χτές να φάω παστίτσιο. Το παστίτσιο, όπως και άλλα φαγητά μου τα είχε συστήσει απο παιδί η μάνα μου, καλή μαγείρισα, δε λέω, τουλάχιστον παλιά. Η κυρα Όλγα λοιπόν, μαγείρευε το παστίτσιο με μακαρόνια νο 10.!!!! Θυμάμαι μια μέρα που φάγαμε στην αδερφή του μπαμπά μου, τη θεία Φωτεινή, και κάτω απο την ξεροψημένη μπεσαμέλ (μούτσο, τε κιέρο, μουτσινά) ανακάλυψα χοντρό μακαρόνι, το οποίο δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω ακόμα αν ήταν κοφτό ή όχι, ήθελα να λιποθυμίσω από χαρά, σου ανοίγονται άλλοι δρόμοι, γαργαλιούνται τα αρχίδια σου από τέτοια πράγματα. Σύντομα όμως γκρεμίστηκε όλη η εικόνα που είχα για την ευτυχισμένη μας οικογένεια, η μητέρα αρνιόταν πεισματικά να μαγειρέψει παστίτσιο με μακαρόνι κάτω απο νο. 8 (η Δήμητρα με πληροφόρησε ότι επάνω στο πακέτο νο. 2 αναφέρεται ρητά η φράση: Για παστίτσιο). Όλα οδηγούνταν στην καταστροφή, ήθελα να φύγω και να γίνω μάστερ σεφ, σε μια άλλη χώρα, με κάποιον άλλο επαναστατημένο (απο πλευράς γκουρμέ) λαό. Τότε ήταν που ο πατέρας μου, σαν γνήσιος Μικρασιάτης (μεγάλη παρερμηνεία και η Μικρά Ασία, απλά έχει πιο μεγαλώσομους και συχνά σκούρους ανθρώπους, ενώ η Major έχει κάτι τυπάκους που φοράνε περίεργα καπέλα και πουλάνε διάφορα στο δρόμο) πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μου υποσχέθηκε πως θα ανοίξει το μεγάλο μπλέ βιβλίο και θα μου αποκαλύψει τις δυο σημαντικότερες αλήθειες του κόσμου. Φόρεσε τα ξύλινα τσόκαρα του από δέρμα αγελάδας, την βερμούδα Princeton University, και το διαφημιστικό μπλουζάκι από το κοσμηματοπωλείο Βενέτικο, με το νο 9 στην πλάτη και μου τα είπε....

Το μουνί είναι βατζάινα και ο πούτσος πείνας.

Φωτίστηκε ο ουρανός και σταμάτησαν να ακούγονται ακόμα και τα τζιτζίκια, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρε η φύσις όλη, έμεινα αποσβωλομένος, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, επιτέλους είχα αποκτήσει τα εφόδια για να ανοίξω τα φτερά μου.
Αντ΄αυτού έβαλα τα παλιά μου ρούχα και πήγαμε στο στάβλο να ταΐσουμε τα μοσχάρια.
Από τότε έχω βάλει το πείνας μου σε μερικές βατζάινες από τις οποίες μια είχε προφίσιενσυ, τουλάχιστον έτσι είπε. Το μπλέ λεξικό του πατέρα μου το έχω ακόμα στο κομό μου όμως, ήταν και αυτός όπως και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και εγώ, απο τους τύπους που το πρώτο πράγμα που αναζητούν στα λεξικά είναι αυτά τα δυο λήμματα.

υ.γ. είναι γλυκό το μουνί,
πιο γλυκό απ΄ το ρεβανί.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Νέες προσεγγίσεις στην έννοια του Βλάκα Δ.Υ.

Βάζεις νερό στο μπρίγκι να φτιάξεις τον καφέ σου (NES), για να μην χρησιμοποιήσεις το χλιαρό του βραστήρα αλλά και να μην επιβαρύνεις το περιβάλλον με την κατανάλωση ρεύματος απο την ενεργοβόρο αυτή διαδικασία. Καθώς το νερό έχει μεγάλη θερμοχωρητικότητα, και ενώ βλέπω οτι αρχίζουν να σχηματίζονται φυσαλίδες, υποθέτω ότι η θερμοκρασία του μόλις ξεπέρασε τους 70 βαθμούς Κελσίου και σε λίγα δευτερόλεπτα θα έχει την ιδανική θερμοκρασία να μετατρέψει το υπέρκορο υδρόλυμα καφέ και ζάχαρης που αναδεύω στην κούπα μου με το ανοξείδωτο κουταλάκι (όλα τα παραπάνω αντικείμενα, δωρεά της υπηρεσίας), σε ένα φανταστικό, όπως όλοι τον ξέρουν, καφέ, καφέ, έρχεται ο κατά τα άλλα αποδεδειγμένα καθυστερημένος συνάδελφος, με κοιτάζει, δεν μιλάει, πετάει το χλιαρό νερό στον νεροχύτη, ξαναγεμίζει τον βραστήρα, τον τοποθετεί στη βάση του, πατάει το κουμπί, τον ενεργοποιεί, και σε λίγα, περίπου, δευτερόλεπτα πραγματοποιεί όσα πιο πάνω περιέγραψα λεπτομερώς, με τον δικό του καφέ, ενώ εγώ έρχομαι και πάλι τελευταίος και πίνω τον καφέ μου χλιαρό τελικά...

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, για λίγα δευτερόλεπτα θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτή η καταστροφική για τα νεύρα μου κατάσταση, και το περιβάλλον να είχε επιβαρυνθεί λίγο λιγότερο, όμως δεν συνέβη, οπότε πείτε μου ειλικρινά, δεν είμαι βλάκας, είμαι δεν είμαι...?

Δεν υπάρχει σχέδιο στο δημόσιο, δεν γίνεται παρατήρηση εκτίμηση πρόβλεψη...

Το έχω χάσει τελευταία,
όχι το βρήκα,
μπα έτσι νόμιζα
νομίσματα
ατάκτως ερριμμένα

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Είναι χαρούμενες, υγιείς και ήσυχες...

Σε συνέχεια των παγκόσμιων πολιτικοκοινωνικοικονομικών ερευνών μου, αναλύω παρακάτω κάποια αποτελέσματα από τη διεθνή βιβλιογραφία, τα οποία αντιπαραβάλω με αληθινά γεγονότα. Η έρευνα μου χρηματοδοτείται από το Ελληνικό κράτος (όσο και αν υπάρχει ακόμα) και συγχρηματοδοτείται από το Dancing with the Stars και ένα σεβαστό αριθμό Ινστιτούτων (πορνοσάιτ και πορνοκάναλων δηλαδή).
Η Νορβηγία λοιπόν έχει την Καρολίνα, ένα σπουδαίο μοντέλο έρευνας της Γαλακτοπαραγωγής των Αγελάδων, το οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα για το χαρακτήρα του δίχως να ατονεί το ενδιαφέρον μου και στην ιδιαίτερη χρηστικότητα του.

Αυτοί λοιπόν οι τύποι που έφτιαξαν την Καρολίνα, απέκρυψαν ένα μεγάλο τμήμα των δικών μου ερευνών στην περιφέρεια της κεντροδυτικής Μακεδονίας, όταν με περίσσεια παρρησία (Παρίσια, Πάριζα) διατυμπάνισα τους λόγους για τους οποίους δεν συναντά κανείς ευτυχισμένες αγελάδες στους βοσκότοπους της περιοχής. Δεν μπορεί μια αγελάδα, η οποία οχέυεται τεχνητώς, μόλις μιαν φοράν ανά έτος ενώ υπόκειται σε καθημερινή επί 305 ημερών τεχνητήν και πάλιν άμελξην, να ευφραίνετο και να ευδαιμονεί.
Κοινώς, απάντησα στο ερώτημα που για πολλά χρόνια ούτε οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, αλλά και κανείς μεταγενέστερος και σύγχρονος, δεν κατάφερε να αποφανθεί μιας ικανοποιητικής λύσης.
Γιατί λοιπόν οι Αγελάδες έχουν αυτή τη βαρεμένη μουτράκλα?
Γιατί και εσύ μωρή, άμα σε πηδούσαν μια φορά το χρόνο και σου τραβάνε τα βυζιά κάθε μέρα, έτσι θα ήσουνα...μωρή χυμένη (πετυχυμένη).
Για να μάθεις να εκτιμάς...

Ολοκληρώνοντας (τελειώνοντας, χύνοντας, κυνόδοντας, χυνοπόδιο) τη σημερινή θεματική μου ενότητα, και χωρίς να θέλω να ταράξω περισσότερο τα νερά, της αγελάδας η οποία εγκυμονεί, αποφάσισα να μην αναφερθώ στον περιβόητο (σιωπηλό) οργασμό της, αλλά να αποκαλύψω, να ξεγυμνώσω αν μου επιτραπεί η έκφραση, αυτό το Νορβηγικό Μοντέλο, με τη βοήθεια ενός φίλου.

υγ. βελτίωση...βελτίωση...βελτίωση