Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Άι Ντί, ντέλιλα

me: μπλιάχ
συνταγές για να γίνεις βλάκας
μαν
ακούω το μιξάκι
Peaking Lights
που λές
κ άλλα τέτοια που με άρεσαν απο ιλότ και τέτοια

Panagiotis:
πολυ εθιοπία μεσα

me:
τα στέλνω μπάμπη

Panagiotis:
αιθιοποια
αιθιοπια

me:
αχχχαχ

Panagiotis:
αιδειοποιεία

me:
αιθιοποιεία θεσσαλονίκης
χαχα
Αιδοίοπας
τέλειο
Αιδοίωψ

Αι Αιδοίοπες του Μαρτίου

Του Τζόρτζ Τσουτσούνι

Sent at 11:54 AM on Tuesday

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Έν ημπορώ α κάνω φόκουσσσς!

Δεν μπορώ να βάλω σε μια σειρά τα πράγματα και να ξεμπερδεύω μαζί τους.
Όλη μου η ζωή είναι ανοιχτές υποθέσεις.
Έχω επαναφέρει στη ζωή την παλιά φωτογραφική μηχανή του πατέρα μου που είναι ότι πιο απλό έχει υπάρξει για να τραβήξεις μια φωτογραφία, και ούτε σε αυτήν δεν μπορώ να κάνω σωστά φόκους. Τη μόνη φορά που έκανα φόκους, ήταν όταν αγόρασα το περιοδικό, και αυτό γιατί έδινε δώρο καλώδια μπαταρίας αυτοκινήτου, που αποδείχτηκε ότι ούτε μοτόποδήλατο δεν επαναφορτίζαν.
Και δεν είμαι κανένας φωτογράφος, ούτε καν, φωτοάγραφος ή και φωτοαγράμματος άτεχνος και άσχετος μάλλον, που βγάζει φωτό φλού από άποψη, ούτε τίποτα ιμπρεσσιονιστής που δε βλέπει την τύφλα του, δηλαδή δεν μπορεί να κάνει φόκους και ζωγραφίζει και ξανά πατάει από πάνω και κάνει πίσω το κεφάλι του και ξανά βλέπει κάτι λάθος και μέχρι να φτάσει να το διορθώσει έχει πάει σε λάθος σημείο το πινέλο και γίνεται αμπαλαέα μετά.
Στη βράση κολλάει το σίδερο, αφού ξεπεράσαμε τα περτσίνια, ας πορευτούμε με αυτά τα ιδανικά.
Θα μπορούσα να είμαι ο τύπος που αναφέρεται από το Λένο Χρηστίδη, που παρατηρεί τι είναι γραμμένο στην οροφή της στάσης Λεωφορείου, ενώ περιμένει την άφιξή του.
-Τι κοιτάς ρε μαλάκα?
Και ένα άλλο τέλειο που έχω παρατηρήσει τελευταία σε κάτι εκπομπές σαν του Λαζόπουλου, που η κάμερα κάθε λίγο κάνει ένα κρούζινγκ ανάμεσα από το κοινό και ο εκάστοτε βλάκας στον οποίο εστιάζει, κοιτάζει τη μεγάλη οθόνη του στούντιο. Και βλέπει αυτό που βλέπουν και όλοι οι υπόλοιποι παριστάμενοι και τηλεθεατές: τον εαυτό του να κοιτάζει κάπου αλλού! Τι ωραία στιγμή δημοσιότητας. Ένας χαζοχαρούμενος δείχνει στο διπλανό του τον εαυτό του σε μια οθόνη. Σαν κάτι αμερικανάκια σε αγώνα NBA.
Πρέπει να εστιάζεις σε αυτό που θέλεις να κατακτήσεις (στον τίτλο της δυτικής περιφέρειας).
Για μένα, ειδικά με τις γκόμενες (περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας), απλά θέλω να την πέσω σε όλες, ε καλά να τις γνωρίσω τουλάχιστον και μετά από κάνα (μελίνα) μήνα να διαλέξω. Δε λειτουργεί έτσι όμως. (Δεν είμαι the Μarakis Project, Σφαγείο δηλαδή).
Για μένα όλοι οι στόχοι είναι μακροπρόθεσμοι, σαν να αγοράζω έντοκα γραμμάτια δημοσίου. Όχι και ότι καλύτερο πάντως διζ ντέιζ.
Αδυναμία εστίασης. Σύνδρομο εξασθενημένου εστιακού ρυθμού. Χωνί.
Κάπως έτσι πρέπει να λειτουργώ. Ότι περάσει πρώτο το στενό τμήμα του.
Ή έστω μια μικρή διήθηση in situ.

Πάντως διατηρώ μεγάλη δυσπιστία ώς πρός το γεγονός ότι οι ποδοσφαιριστές που πετυχαίνουν τη γκολάρα σε κάτι γήπεδα με κερκίδες ίσα με' κει πάνω, δείχνουν στρέιτ την γκόμενα ή τη γυναίκα τους. Εκτός αν έχει τόσο μεγάλα βυζιά, σα μωρά, οπότε πιπιλίζουν τα δάχτυλα τους.
καθυστερόγραφο: πίνεις και γράφεις μαλακίες...

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Sunday Depression

Πρώτη ημέρα της εβδομάδας.

Για κάποιο άγνωστο λόγο βιώνουμε και αυτή τη σύμβαση, ορισμένου χρόνου.
Ο καθηγητής θρησκευτικών στο γυμνάσιο που πήγαινα, είχε απειλήσει την υπόλοιπη τάξη, ότι θα έδινε άριστα στην Ευγενία, εάν απαντούσε σωστά σε μια ερώτηση κάθε τρίμηνο.
Η μελαχρινή πρασινομάτα λίγο τσάμπυ συμμαθήτρια μου, στην οποία έτρεφε μια ιδιαίτερη συμπάθεια δεν είχε αγαπημένο σπόρ το διάβασμα για τα μαθήματα του σχολείου.
Ίσως δεν μπορούσε να διαβάζει θρησκευτικά ύπο την υπόκρουση της αγαπημένης μουσικής του αδερφού της, του κακού μεταλά που κάποτε με είχε κολλήσει στο τοίχο και η αδερφή του με έσωσε. Πάτησε εσκέιπ.
Στην ερώτηση ποια είναι η πρώτη ημέρα της εβδομάδας η μικρή Ευγενία απάντησε φυσικά αυτό που θεωρούσε σωστό από τη δική της οπτική γωνία. Του ανθρώπου που μισεί το σχολείο και δεν αρέσκεται στο να της ορίζεται από κάποιο πρόγραμμα, το ποσοστό χρόνου, ο βαθμός εμβάθυνσης και η βαρύτητα που θα δώσει στις ενότητες που την ενδιέφεραν.
Σύμφωνα με τον μυστακοφόρο φαλακρό καθηγητή θρησκευτικών, η απάντηση ήταν λανθασμένη, ο βαθμός μικρός και το ύφος στο πρόσωπό του ενώ σκούπιζε τη μύξα στο μουστάκι του, υπεροπτικό.
Αυτό το κούλ βλέμμα υπεροψίας του ανθρώπου που δεν γνωρίζει ότι η κιμωλία που έπιασε για να γράψει κάτι στο πίνακα, άφησε σημάδι στο ύφασμα που καλύπτει το φερμουάρ του μαύρου παντελονιού του, όταν τον έξυσε.
Τον συνάντησα πρίν από λίγους μήνες με στολή είτε κυνηγού είτε βαφέα σε μια καντίνα.
Το χρώμα των μαλλιών που περιέβαλαν τα πλαϊνά του κεφαλιού του ήταν στην απόχρωση του σκονισμένου από κιμωλία παντελονιού που τον είχε χαρακτηρίσει. Δεν του μίλησα, του το είχα κρατημένο.

Πουθενά σε όλα αυτά τα κυρήγματα της πίστης (εντάξει δεν τα έχω διαβάσει και όλα, εγώ έδινα γραπτές εξετάσεις στο σχολείο) δεν είναι καταχωρημένη μια έκφραση που να αφήνει την ελάχιστη υπόνοια ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Ένα παραθυράκι σου λέω τώρα όχι καμμιά μπουκαπόρτα.
Δεν βασίζονται σε πιθανότητες και στατιστικά στοιχεία,
μάλλον στην ακράδαντη υποστήριξη των θέσεων τους.
Εκκλησία, ραδιόφωνο και ειδικά αθλητικό, ταξί, γήπεδο, στοίχημα.

Είναι τέχνη να έχεις πάντα δίκιο?
Ο Σοπενάουερ θα με είχε πείσει.

Το χειρότερο είναι ότι μπορούσε να με πείσει εύκολα και εκείνη,
οτι έχει δίκιο μόνο αυτή και να με επηρεάσει.
Το καλύτερο πράγμα που έκανε για μένα ήταν να με οδηγήσει στο συμπέρασμα οτί ασκεί επιρροή πάνω μου και ότι μπορεί, ίσως, να με αλλάξει.
Δυστυχώς έφυγε, ευτυχώς δεν άλλαξα.
Τις Κυριακές με πιάνει αυτή η άσχημη διάθεση, που συμπτύσει την ιστορία όλων των σχέσεων σε ένα Σαββατοκύριακο (ΣΚ Σου-κου, όχι η μπρίζα). Από την όρεξη και την ευδιαθεσία του πρωινού Σαββάτου την απειροσύνη των εναλλακτικών εκβάσεων της ημέρας, το βραδυνό στολισμό, την πλήρη εξάντληση, την σεξουαλική διέγερση πρίν και μετά το πρωινό, τον καφέ τις εφημερίδες και τα τσιγάρα, την επιστροφή για φαγητό στο σπίτι, την εγκατάλειψη τις πρώτες απογευματινές ώρες. Τα τηλέφωνα. Το ραντεβού. Ξαναβρεθήκαμε, μπήκε στο αυτοκίνητο, ξεκινήσαμε, άνοιξα το ραδιόφωνο στον αγαπημένο μου σταθμό. Ηταν πάλι Κυριακή απόγευμα, αλλά δεν ένιωθα σκατά. Μπορεί να μην ήταν εκεί και να την χαιδέυω στα γόνατα ενώ οδηγώ, να της λέω βλακείες για να την κάνω να γελάσει, να της ξεφεύγουν κάποια γλυκόλογα ενθουσιασμού, αλλά η μουσική εξακολουθούσε να μου φέρνει αυτή τη διάθεση. Άπλωσα το χέρι προς το μέρος που καθόταν, κοίταξα προς τα εκεί, αλλά πρίν προλάβω να στρέψω το βλέμμα μου, συνειδητοποίησα οτί δεν ήταν εκεί, και ούτε θα μπορούσε ποτέ να είναι ξανά εκεί (καλά μεγάλα λόγια ας μη λέω, και ας μη γράφω με κεφαλαίο). Μπορεί να με κάλυπτε σε πολλά, να με επισκίαζε σε άλλα, μπορούσε ακόμα και να με δέρνει, ένας γνωστός μου χώρισε την γκόμενα του επειδή τον έδερνε και ο ίδιος δεν τα σηκώνει κάτι τέτοια, αλλά δεν υπήρχε ρόλος γι' αυτήν σε καμμία σκηνή. Ίσως σε καμμιά κομμένη σκηνή, ή στην σκήνη με τους αγαπημένους της τζέιμς. Ήταν η πιο μέινστριμ γκόμενα που είχα. Δεν έχω κάτι άλλο να καταθέσω, η αγαπημένη της μπάντα ήταν οι τζέιμς. Αυτό.

Αυτό μου αρέσει και αυτό κάνω τις Κυριακές, και επειδή οι συμβάσεις δεν είναι το ατού μου, αφού είναι η πρώτη που κάνω σαν πτυχιούχος, το κάνω και την υπόλοιπη εβδομάδα. Αποδελτίωση τύπου.
Κυριακάτικου κυρίως.
Καθόλη τη διάρκεια της εβδομάδας.

Αντί να διαβάσω κανένα βιβλίο κάθομαι και περιφέρω εφημερίδες και ένθετα στην τσάντα μου, κόβω αυτά μου με ενδιαφέρουν να κρατήσω και να ταξινομήσω με κάποιο τρόπο που ακόμα δεν έχω σκεφτεί, αλλά έχω πάρει κάτι ντοσιέ.

Κιτρινισμένες εφημερίδες, τσαλακωμένα αποκόμματα, καταθλιπτική διάθεση.

Αυτό συμβαίνει συνήθως, με κάποιο τρόπο κραταώ τα καλά και αποβάλω τα περιττά και ασήμαντα, άσχημα συχνά (Έτσι λειτουργεί και το ντιενέι). Στο τέλος θα μπορούσα να κάνω ένα κολάζ με τα μπέστ όφ των σχέσεων μου, ή να τα κάψω όλα.

καθ' υστερόγραφο:
-Ρε σύ, μήπως έχεις κατάθλιψη?
-Όχι ρε, τι σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο?
-Να διάβασα στην εφημερίδα ότι οι καταθλιπτικοί κοιμούνται πολλές ώρες!
-Τι μαλακίες είναι αυτές που διαβάζεις στις εφημερίδες, άσε με τώρα και πάρε με άυριο το απόγευμα να με ξυπνήσεις.