Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Just Cavalli (σέτην)

Εδώ και ένα χρόνο δεν χρησιμοποιώ (φοράω που θα έλεγαν κάποιοι) άρωμα.
Δεν έχω. Δεν αγόρασα. Καμμιά φορά χρησιμοποιώ του αδερφού μου.
Το <<καμμιά φορά>> μεταφράζεται ως <<συχνά>> ή και <<κατά κόρον>> στην περίπτωση που εγώ εξιστορώ την κατασπατάληση πόρων που μου παρέχονται από τον αδερφό μου.
Ο ίδιος δεν έχει τέτοια κωλύματα.
Το τελευταίο μου άρωμα, δεν θα το πω για να μην κάνω διαφήμιση, όχι ότι είμαι σκηνοθέτης και απλά λέω: <<Δεν κάνω διαφήμιση>>. Γιατί αυτό καμμιά φορά το λένε οι σκηνοθέτες και φυσικά εννοούν ότι δεν ασχολούνται με τη διαφήμιση. Άσχετα αν ασχολούνται χωρίς να το ξέρουν αφού προϊόντα είναι όλα.

Ήταν κακή επιλογή το τελευταίο μου άρωμα, αλλά δεν έφταιγα γιατί είχα σαστίσει με την κοπέλα στο μαγαζί που πσέκαζε τα δοκιμαστικά (δοκιμαστικό για διαφήμιση?) φύλλα κατά συρροή, και δεν προλάβαινα να καταλάβω τι είναι και ποιό μου αρέσει. Μπορείς να ξεχωρίσεις με την όσφρηση μόνο ποιό πρατήριο βενζίνης (aka βενζινάδικο) έχει την καλύτερη τζίνα? Αλίμονο.
Θέλει το χρόνο του αυτή η διαδικασία. Ήθελα κάτι καινούριο όμως και πάλι άκουσα τον αδερφό μου ο οποίος έχει γενικότερα περισσότερο απλουστευμένους μηχανισμούς ανάλυσης επιλογών και λήψης αποφάσεων. Έτσι εγώ τον ακούω ώστε μετά να έχω το αναφαίρετο δικαίωμα τις επίρριψης του βάρους των αποφάσεων, μαζί με τα επακόλουθα βρισίδια, σε αυτόν. Έτσι περνάει ευχάριστα ο χρόνος στο πατρικό μας σπίτι.
Να τονίσω ότι ούτε ο αδερφός μου έχει ιδιαίτερες επιδόσεις στη διαφήμιση, αφού είναι τόσο ειλικρινής και αγαθός, στο σημείο που όταν μια περίοδο της ζωής του χρειάστηκε να δουλέψει σε φούρνο για να βγάλει το ψωμί, όχι κυριολεκτικά γιατί δούλευε σαν πωλητής, οπότε τα έβαζε στο ράφι και τα πουλούσε, ο φούρνος ήταν αλλού, κοντά στο σταθμό των τραίνων, οπότε καμμιά σχέση, συνεπώς θα μπορούσα να πώ εξ΄αρχής ότι δούλευε σε πρατήριο άρτου, που θα κολλούσε και με τα πρατήρια βενζίνης παραπάνω θα γλίτωνα και μερικές γραμμές, και δεν θα έχανα και τον ειρμό μου.
Όταν μια γιαγιά-πελάτισσα που ήθελε να αγοράσει κουλουράκια τον ρώτησε, ρητορικά ίσως, αν είναι φρέσκα, ο ίδιος δεν δίστασε στιγμή να ζητήσει διευκρινήσεις.
-Ποιά, αυτά?
-Ναι.
Είπε η γιαγιά.
-Όχι. Απάντησε ο αδερφός μου.

Αυτό που κατά βάθος εννοούσε ο αδερφός μου ήταν ότι υπήρχαν στην βιτρίνα σαφώς φρεσκότερα, τουλάχιστον σχετικά με την άφιξή τους στο πρατήριο, κουλουράκια. Η τεχνολογία τροφίμων έχει φτάσει την συντήρηση τροφίμων στα άκρα. Ο παλιός μου κουρέας στη Βέροια, μου είχε πεί ότι παλιότερα ήταν ζαχαροπλάστης (τώρα που το σκέφτομαι και ο κουρέας ήταν μια μάλλον κακή επιλογή, στην οποία ο αδερφός μου τουλάχιστον παρέμεινε αμέτοχος), και το μεγάλο πανηγύρι στη ζαχαροπλαστική γίνονταν με τα παστάκια που προσφέρουν στις βαφτίσεις. Την ημέρα της παρασκευής τους, η οποία δεν συνέπιπτε πάντα να είναι Παρασκευή, η υφή τους ήταν κάπως σκληρή, σαν μπαγιάτικα. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, μετουσιώνονταν σε φρεσκότατα παστάκια που η διάρκεια ζωής τους έφτανε και τα τρία χρόνια. Εξέπεμπαν την φρεσκάδα τους τη στιγμή που η ηλικία τους ήταν μεγαλύτερη από το αβάπτιστο. Έδειχναν τόσο φρέσκα που αυτοί που τα έτρωγαν είμαι σίγουρος πως θα ορκιζόταν ότι παρασκευάστηκαν προχτές. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι περισσότερες βαφτίσεις πραγματοποιούνται την Κυριακή (το υποθέτω, καθώς η εκκλησία δεν μου παρέχει τέτοιου είδους στατιστικά στοιχεία), οδηγούμαστε στο καθόλα λογικό συμπέρασμα πως στο μυαλό των περισσοτέρων παριστάμενων και γευόμενων παστάκια σε βαφτίσεις, η ημέρα παρασκευής των παστακίων είναι η Παρασκευή.





Ένα παρόμοιο πρόβλημα με τα παστάκια, αντιμετώπισε και η επιστημονική κοινότητα με την Ντόλι (Πάρτον, ναι από εκεί πήρε το όνομα της). Το πρώτο κλωνοποιημένο πρόβατο, τη στιγμή της γέννησης του είχε την ηλικία της μητέρας του (6 περίπου χρόνων), καθώς τα κύτταρα λήφθησαν από ενήλικη ζώο. Παρόλαυτα έδειχνε ζωηρό, ευτυχισμένο και φρέσκο. Πέθανε μετά από 5-6 χρόνια ζωής, όταν συμπλήρωνε την προβλεπόμενη ηλικία φυσικού θανάτου των προβάτων.

Αναρωτιέμαι αν έχω και εγώ το ίδιο πρόβλημα καθώς όταν γεννήθηκα οι γονείς μου ήταν ήδη σαραντάρηδες και μόνο δύο, γιατί θα μπορούσαν να είναι τρείς αφού οι σαραντάρες ίσον με δυο εικοσάρες. Ίσως σε αυτή την ηλικιακή διαφορά να οφείλεται η εμμονή μου με το βίντατζ στοιχείο, στο οποίο συμβάλλουν και οι όγκοι έγχρωμων φωτογραφιών προηγούμενων δεκαετιών στα συρτάρια του πατρικού μου σπιτιού, η δυσπεψία μου με τα τεχνολογικά γκάτζετ, τα ατημέλητα μαλλιά μου. Πάλι καλά που δεν φοράω καμπάνες, πλέον.
Το περιβάλλον μου έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε όλο αυτό που βλέπω σήμερα στον μικρό καθρέφτη του νιπτήρα του διαμερίσματος μου στην Θεσσαλονίκη και στον μεγάλο της κεντρικής εισόδου και του ασανσέρ.
Είμαι αυτός που είμαι χάρη στην χωροταξική κατανομή της πατρογονικής μου περιουσίας.
Αποδοχή κληρονομιάς. Κάτι σαν άνευ όρων παράδοση στην παράδοση γενεών και γενεών, γενναίων γονέων. Σαν να γεννήθηκα για να κλειστώ σε ένα αβγό. Αλλά κάπως πιο ευρύχωρο. Σαν μυρμήγκια, που ενώ η προηγούμενη γενιά έχει πεθάνει, αυτά συνεχίζουν να προσθέτουν διαμερίσματα στην αρχική φωλιά. Είχαμε το σπιτάκι του παππού, μετά το σπίτι δίπλα ακριβώς που έχτισε ο μπαμπάς όταν απολύθηκε από το στρατό, επάνω από όλα αυτά έχτισε πάλι ο μπαμπάς το σπίτι μετά που παντρεύτηκε και ευτύχησε να αποκτήσει οικογένεια και παιδιά, αγγελούδια, και γυναίκα με περιουσία και λίγα λεφτά. Αλλά κάπου εκεί οι ρουστίκ αναμνήσεις-επιλογές-αισθητική του πατρός μου ενώθηκαν με ασυγκράτητο πάθος με τις αναμνήσεις του από τα χρόνια στη Γερμανία [καθόλου τυχαίο το γέρ(-ο-)μανία, ούτε κάν μίλφ, GILF]. Όταν έτρωγε τα άκυρα από την προαναφερθείσα σύζυγο του παύλα μητέρα μου, και έτρεχε να ξενοπηδήξει (κυριολεκτικά) και να μαζέψει λεφτά για να ξενοπηδήξουν κάτι νταλικέρηδες τις αδερφές του, τέσσερις τον αριθμό, όχι οι νταλικέρηδες, οι αδερφές του.
Εκεί τον φαντάζομαι να μένει άναυδος με τις πανέμορφες...γερμανίδες βασικά, αλλά και με τις σπιταρόνες που θα χάζευε με τις ώρες. Θα έκανε όνειρα να μαζέψει πολλά λεφτά και να γυρίσει να χτίσει ένα τέτοιο σπίτι στην πατρίδα (τώρα κανονικά αν είχαμε ήχο θα ακούγαμε καζαντζίδη), ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων να παντρευόταν καμμία μουνάρα γερμανίδα και να είχε τη σπιτάρα έτοιμη. Αλλά η ιστορία δεν έξελίχθηκε έτσι και το αποτέλεσμα ήταν η τριγωνική σκεπή που δεσπόζει στο πατρικό-εξοχικό μας σπίτι, που αρέσει πολύ στο Σίμο που ξέρει κάτι παραπάνω και λέει ότι είναι Νορβηγικό το στύλ αλλά το έχει συνδυάσει με ένα απογευματινό πάρτι με χόμ-μέιντ μοχίτο πρίν από μερικά χρόνια, και που ακόμα και ο πιο τρελός αρχιτέκτονας δεν θα μπορούσε να χτίσει κάτι επάνω σε αυτήν πέραν ίσως από μια σοφίτα. Ήρθε λοιπόν ο αγροτοκαλλιεργητής-παχυντής μόσχων απ'τα Βέροια, να επισκιάσει την οικοδομική ανάπτυξη της γενιάς μου. Η μήπως ήθελε να με αποτρέψει από το να εγκατασταθώ για πάντα εκεί κόβοντας μου όλους τους πόρους?

Χμ, αργώ πολύ να αποκρυπτογραφήσω τα νοήματα.
Αυτό μου συνέβαινε πάντα, ειδικά με τις γκόμενες.
Ενώ καταλαμβάνω το χώρο, έχω την κατοχή, στρώνω καλά το παιχνίδι και η ομάδα φαίνεται να πάει καλά, έχουμε πρόβλημα στην τελική προσπάθεια και απλά ανταλλάσουμε πασούλες, έξω, μα πολύ έξω από την μικρή περιοχή. Τα πέναλντι δεν μετράν στις συνολικές προσπάθειες και σε όσα φιλικά κατέβηκα απλά δεν έπαιξα. Ακυρώθηκαν.
Η επιθετική γραμμή φταίει γιατί είναι ομπσολέτ. Το πάει λάου λάου.
Ένας φίλος μου μου έλεγε ότι η καλύτερη κίνηση στο φλέρτ είναι να της πιάσεις το βυζί ή καλύτερα το μουνί σε ανύποπτη στιγμή.
Νιώθω σαν το σκύλο που περιέγραφε ο Χάρρυ Κλύν στις κασσέττες του πατέρα μου, που κυνηγάει το αυτοκίνητο και όταν το φτάσει δεν ξέρει τι να κάνει με αυτό.
Θα πρέπει να βιαστώ (Χάρρυ) και να αγοράσω ένα νέο άρωμα, να κάνω ένα μπάνιο (Κλύν) και να κατέβω στην γειτονιά να παίξω με τα κοριτσάκια...

σούνερ ορ λέιτερ

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

back in april...





ο κοκκώδης τύπος με την πρώτη επίσκεψη του σηματοδότησε την έναρξη του καλοκαιριού, και με την δεύτερη την λήξη. Μάρτυρας της εποχής το τζελάτο και τα ρούχα.
Άνοιξη πρός καλοκαίρι, ανατολικά πρός δυτικά, από επάνω πρός τα κάτω. Επαναληπτικότητα.
Συναισθήματα που παραπαίουν, σχέσεις που φθείρονται και εξαφανίζονται σαν αποτύπωμα αποπατήματος σε ηλικιωμένη λεκάνη τουαλέτας που το γάργαρο νερό σβήνει και παρασύρει βαθιά εκεί που δεν φτάνει φώς.
Σχήματα και πρόσωπα που δημιουργούνται, λάμπουν, αποφορτίζονται και έπειτα εξαφανίζονται.
Καθαρά και αντανακλαστικά τώρα, μόνο που δεν υπάρχει πια εκείνος ο μαγνήτης.
Αλυσίδα υποσυνείδητων επιρροών, εντοπισμός αφανών διαρροών, καθρεφτισμοί ναρκισσιστικών προβολών, δακρύβρεκτες διάρροιες φιλικών συναισθηματισμών.
Οι εμμονές μας είναι καπέλα που τα φοράμε και τα περιφέρουμε λατρευτικά. Μας εμποδίζουνε να δούμε λίγο ψηλότερα αλλά παρέχουν την ψευδαίσθηση ότι έχουμε καλή εικόνα του τι συμβαίνει γύρω μας. Αν το καπέλο σου, σου το <<φόρεσαν>> άλλοι, πιθανότατα δεν έχεις ιδέα τι χρώμα έχει και τι είδους είναι, μπορεί ακόμα και να μήν είναι το νούμερο σου. Ένα μικρό μπορεί να σε πιέζει και να παραμορφώνει τα εξωτερικά σου χαρακτηριστικά ενώ ένα μεγάλο μπορεί να περιορίζει ακόμα περισσότερο την ορατότητα και το βεληνεκές σου. Μπορεί να είναι βαρύ και να χάνεις την ισορροπία σου.
Αν το επέλεξες εσύ, μπορείς που και που να το βγάζεις και να το αφήνεις στο τραπέζι.
Δεν χρειάζεται να καθίσεις στον ήλιο, βρές μια σκιά, κάθισε και παρατήρησε.
Οι μύχιες επιθυμίες είναι ζοχάδες στο κώλο. Υπάρχει μια ιστορία με ένα σπουδαίο τύπο που τον επισκέπτονταν πλούσιοι καλοφαγάδες (κουραδομηχανές τους έλεγε ο ίδιος) και του ζητούσαν να τους βρεί εκείνο το φυτό που θεραπεύει τους ζοχάδες. Το έκανε με χαρά, για όλους τους άλλους, ποτέ όμως δεν κοίταξε λίγο τον εαυτό του και τους δικούς του ζοχάδες. Πέθανε υποφέροντας.
Μην καταπιείς τίποτα χωρίς σκέψη, βγάλε το καπέλο, γύρισε το ανάποδα και κοίτα μέσα. Είναι πιο βαθύ από ότι νομίζεις. Μην κοιτάς μόνο το κώλο σου αν και αυτός είναι πολύ πιο βαθύς από ότι νομίζεις.
Προσπάθησε να βγάλεις και να πετάξεις το καπέλο, να το δαγκώσεις, να το σκίσεις, να το πατήσεις, να το ισοπεδώσεις.
Αλλιώς μπορείς να το βάλεις στο κώλο σου.

Θα ένιωθαν άβολα πολλοί οικείοι μου αν έβλεπαν τις αναζητήσεις μου στο διαδίκτυο.

Έξοδος χωρίς αποθήκευση παρακαλώ.